 |
Τὸ βιβλίο τοῦ Κώστα Ζουράρι ἀποτελεῖ μιὰν ἀποφασιστικὴ συμβολὴ στὰ νεοελληνικὰ πράγματα, διότι μᾶς θέτει μέσῳ μιᾶς ἐπιστημονικῆς* ἀναδίφησης στὸ κείμενο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς τελευταίους γεννήτορές μας ἐνὠπιον τοῦ ἐπίμονα ἄλυτου προβλήματος τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας.
Πῶς;
Ὁ Ζουράρις ἀναδεικνύει τὴν ἐκπληκτικὴ συνάφεια (πολλὲς φορὲς ταύτιση) τοῦ Μακρυγιάννη μὲ ἄλλους προγόνους τῆς \"ἀργόσυρτης διάρκειάς\" μας, συγκεκριμένα μὲ τὸν Θουκυδίδη, ποὺ ἀποκλείεται ὁ Μακρυγιάννης νὰ εἶχε διαβάσει, καὶ τὴν Ἰλιάδα, ποὺ ἐπίσης ἀποκλείεται ὁ Μακρυγιάννης νὰ εἶχε διαβάσει. Καὶ ἀποδεικνύει ὅτι οἱ κατὰ Ζουράριν ἰλιαδορωμηοὶ μεγαλουργοῦσαν χωρὶς νὰ παύουν νὰ εἶναι ρεμπεσκέδες, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τοῦ Θουκυδίδη ποὺ \"τὸν μισθὸν ἀπήτουν\" καὶ ὅπως οἱ \"διορισμένοι\" ρακένδυτοι τοῦ μέγα Μακρυγιάννη. Ἄρα; Ἄρα ἔχουμε ἐλπίδα!
Διότι ὁ Ζουράρις καὶ ὁ Μακρυγιάννης μᾶς δείχνουν ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ φτάνουν τὰ λεωφορεῖα στὴν ὥρα τους γιὰ νὰ γίνουμε ὅπως θέλουμε νὰ εἴμαστε, οὔτε νὰ μᾶς μιλᾶ ὁ ἐν παρόδῳ ἄγνωστος συμπολίτης μας σὲ ἄπταιστο πληθυντικό. Χρειάζεται, ἁπλῶς, νὰ συμφιλιωθοῦμε μὲ τὸν ἑαυτό μας, ἕναν ἑαυτὸ ποὺ δὲν ἀνιχνεύεται στὰ τεφτέρια τῶν ἐκσυγχρονιστῶν ἀλλὰ \"ἔρχεται ἀπὸ μακριά\".
Ἀκόμα κι ἂν ὀ Ζουράρις δὲν εἶχε τὴν μαεστρία νὰ ἀναδείξει ὅσα ἀνέδειξε, καὶ μόνο ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ Μακρυγιάννη στὴν ἐπικαιρότητα ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ ἀναγνωριστεῖ στὸν συγγραφέα ἡ προσφορά του μὲ τὴν ἔκδοση αὐτοῦ τοῦ ἀναδειχθέντος ὡς εὐπώλητου βιβλίου. Καὶ ὅταν σκέφτεσαι πὼς ὅλα αὐτὰ ἐπιτεύχθηκαν ἁπλῶς μὲ τὴν ἀπομαγνητοφώνηση πέντε ζουραρικῶν μονολόγων, ζαλίζεσαι- ἀπὸ τὴν χαρὰ καὶ ἀπὸ τὴν προσμονὴ τοῦ ἑπόμενου βιβλίου. Βοὺρ στὴ ζουραρικὴ θεώρηση τοῦ Μακρυγιάννη, λοιπόν!
*δὲν ἀναφέρομαι στὴν πανεπιστημιακὴ παραπομπολογία, ἀλλὰ στὸ νόημα τοῦ ἐπίσταμαι=γνωρίζω καλά. |
 |
|