Αρχή  |   Ο λογαριασμός μου  |   Checkout  |   Επικοινωνία
 Καλάθι αγορών: 0 τεμάχια
Αναζήτηση:     Σύνθετη αναζήτηση
Κατηγορίες
ZAX1
Επιλογές
Newsletter
SEPTEMBRIOS14SELIDODEIKTES
Το σχόλιο της εβδομάδας
Αποτελέσματα:  1 

Νίκος Μαρτίνος: «Ένα παραμύθι της Ανατολής», της Τασούλας Καραγεωργίου07/07/2016

  

Νίκος Μαρτίνος: «Ένα παραμύθι της Ανατολής»!

 

της Τασούλας Καραγεωργίου

«Λάσκα σκότα να ξεθυμάνει το σίγανο, μουδάρισε τουρκέτο και μετζάνα τώρα που δυνάμωσε ο καιρός». Το παράγγελμά του καπτα-Γιάννη, ήρωα κεντρικού του βιβλίου, προς τον Μαθιό  είναι ένα μικρό μόνο δείγμα της ιδιωματικής ναυτικής γλώσσας, η οποία με θαυμαστή αμεσότητα και άνεση συνθέτει στο βιβλίο ένα γλωσσικό σύμπαν  μέσα από το οποίο αναδύεται με εκπληκτική παραστατικότητα ο μικρόκοσμος των ναυτικών.

Πρόκειται για βαθιά βιωμένη γνώση της ναυτικής ορολογίας  που θα την ζήλευε ακόμα και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στα Λόγια της πλώρης και είναι σίγουρο πως δεν προκύπτει από διαβάσματα επιστημονικά αλλά η ναυτοσύνη θα έλεγα πως βρίσκεται στο κύτταρο του αγαπημένου μας φίλου, φλογερού θερμιώτη, πατριώτη Νίκου Μαρτίνου. Και αν στο κλείσιμο του βιβλίου παρατίθενται κάποιες βιβλιογραφικές παραπομπές σε παλαιότερα κυρίως εγχειρίδια ναυτικών όρων, ο αναγνώστης του αντιλαμβάνεται εξαρχής πως οι αναφορές αυτές στήριξαν με την εγκυρότητά τους το χρησιμότατο γλωσσάρι που συνοδεύει την έκδοση και διόλου δεν χρησίμευσαν στο κτίσιμο της αφήγησης, η οποία αξιοποίησε τη ναυτική γλώσσα με τη φυσικότητα αυτού που αβίαστα αναπαράγει τη βιωμένη προφορική ομιλία.  

 Και αν η εράσμια Κύθνος του είναι ως τοπωνύμιο απούσα από το έργο του αυτό, είναι ως αίσθηση και ως έρωτας λανθανόντως παρούσα δροσίζοντας με τον θαλασσινό αγέρα της το βιβλίο.

Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα με συσσώρευση ουσιαστικών που προσδιορίζουν αντικείμενα - μέλη του πλοίου –άγνωστα αλλά τόσο γοητευτικά με τις αινιγματικές ονομασίες τους–  για να φανεί πως το βιβλίο εκτός των άλλων συνεισφέρει όχι μόνον στην έρευνα αλλά και στη διάσωση του ναυτικού γλωσσικού ιδιώματος:

«Μήπως δεν βγήκανε κι απ’ τα δικά του χέρια καρένα, ποδοστάματα, τσάπες και μπρατσόλια, μπούρδοι και κουβούσια, σωτρόπι και στραγαλιές, κοράκια και κουρζέτο;»

Εξάλλου οι περιγραφές της καθημερινότητας στο καΐκι με τα σπάνια και τόσο θελκτικά εδέσματα  δημιουργούν ένα ιδιαίτερα οικείο κλίμα ώστε σχεδόν γευόμαστε κι εμείς  φαντασιακά τα σπάνια δώρα της θάλασσας:

«Με τον ελάχιστο δρόμο που είχε το καΐκι, ο Μαθιός έκανε συρτή κι έπιασε μια μεγάλη λακέρδα. Αφού την έκοψε σε μεγάλα στρογγυλά μουρέλλα , τ’ αλάτισε καλά και τα ‘ψησε στη φουφού.»

και λίγο παρακάτω:

«Νωρίς το βράδυ ρίξανε πετονιές από τα βράχια, έβγαλαν μπόλικα μουγγριά κι έτσι την άλλη μέρα γευμάτισαν με μια νοστιμότατη πηχτή κακαβιά» (σ.90)

 

Αξίζει να εξαρθεί επίσης η εν γένει και πέραν της χρήσης των ναυτικών όρων ικανότητα ανάπλασης της λαϊκότροπης αφήγησης με τις  πολλές παρεκβάσεις και αναδρομές και με τα ποικίλα εγκιβωτισμένα περιστατικά, όπως αυτό που σχετίζεται με το επεισόδιο στο οποίο ο κακούργος Κίκης ο Κοτσάφτης βρίσκει το τέλος που αρμόζει στην  παράνομη και απάνθρωπη  συμπεριφορά  του από το χέρι του Καρατάσου, πατέρα της κόρης που βάναυσα ατίμασε. Είναι αξιοθαύμαστο πως ο Νίκος κατορθώνει να στιχουργήσει μια λαϊκότροπη ριμάδα, τη ριμάδα του Κίκη, ακολουθώντας πιστά τις προδιαγραφές του είδους αυτού που προϋποθέτει χωρίς ομοιοκαταληξία έμμετρη αφήγηση γεγονότων ή περιστατικών ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για μια μικρή κοινότητα:

Τη κεφαλή μου, Χριστιανοί

Σηκώστε τη λιγάκι

Τον κόσμο τούτονε  να δω

Για μια φορά ακόμα

Κι αυτοί που έβλαψα πολύ

Συχώριο να μου δώσουν.

Μάννα εγώ δεν γνώρισα,

Κανείς δεν θα με κλάψει,

Νάρχονταν πίσω η ζωή

Όργανα να καλέσω

Την κοπελιά που πείραξα

Γυναίκα μου να κάνω

Στην εκκλησία του χωριού

Στα κάτασπρα ντυμένη

Να την ιδούν ο κύρης της

Κι όλη η φαμελιά του

Κι εγώ μίσος δεν κράτησα

Που μ᾿ έσφαξε απόψε

Γιατί ο φταίχτης είμαι ‘γω

Και η ζωή που κάνω.

 

Έξοχη ως προς την αυθεντικότητά της είναι και η πρόταση του έμπορου Μιχαλιού στον καπετάν Γιάννη θα μπορούσε άριστα να αποτελέσει βασικό υλικό για τη σύνταξη εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας:

«Όπως έχουμε πει, εσύ βάζεις τη ναυτοσύνη και το καΐκι σου κι εγώ την πείρα μου κι ένα ποσό ίσο με την αξία της μπρατσέρας. Σου δίνω μια μπροστάντζα να μπορείς να κινηθείς με άνεση να κάνεις όλες τις αναγκαίες προμήθειες για το ταξίδι, αγοράζουμε πουλάμε υπολογίζουμε έχουμε ξοδέψει κι ό,τι έχουμε εισπράξει και μοιραζόμαστε στα ίσα το καθαρό κέρδος ή την ζημιά αν κάτι δεν πάει καλά. Όλα μισά –μισά.» (σ.43)

Εν είδει προοιμίου έχουμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου μια πολύστιχη έμμετρη αφήγηση άριστα στιχουργημένη κατά τα πρότυπα μάλιστα του σολωμικού δεκαπεντασυλλάβου –με την τομή στην έβδομη συλλαβή– στην οποία συμπυκνώνεται η υπόθεση του μυθιστορήματος (εν είδει υποθέσεως αρχαίου δράματος) στην οποία όμως σε αντίθεση με την κυρίως αφήγηση  το παραμυθικό -υπερβατικό  στοιχείο είναι έντονο και καθορίζει μάλιστα την εξέλιξη της ιστορίας. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα στο οποίο η μορφή της φεγγαροντυμένης (κατά τα πρότυπα του σολωμικού Κρητικού) υποκαθιστά  την πραγματική Ελένη, ηρωίδα της ιστορίας που διαβάζουμε στις επόμενες σελίδες του βιβλίου:

Κι έβλεπα την πεντάμορφη όλο να ξεμακραίνει

Μα πότε πότε γύρναγε, για να μου δίνει θάρρος

Το γελαστό της πρόσωπο το φεγγαρολουσμένο.

Το βλεπα τώρα καθαρά πως θα τηνε προλάβω,

Τι ‘χα φτερά στα πόδια μου και δύναμη περίσσια.

Τρέχω ξοπίσω της γοργά μέχρι ένα καταρράχτη

Και όπως έπιανε γερό κλωνί  κισσού ν’ ανέβη

Κλείνω τα χέρια μου σφιχτά σε μέση δαχτυλίδι

Μα δεν περνώ της το σταυρό με τη χρυσή καδένα

Που ο νονός μου μο δωσε κι ήταν ευλογημένος

Απ’την πολλή αχτάρα μου να τη γλυκοφιλήσω

Εξέχασα πως έπρεπε πρώτα αυτό να πράξω

Και στη στιγμή με το φιλί γίνη καπνός κι εχάθη.

Ναυτικό ιδίωμα λοιπόν ποικίλες παρεκβάσεις και ανάδρομες αφηγήσεις συνθέτουν τα μορφικά χαρακτηριστικά της γραφής. 

Το μυθιστόρημα δικαιώνει τον τίτλο του: είναι «Ένα παραμύθι της Ανατολής» που διαθέτει πράγματι όλα τα χαρακτηριστικά ενός παραμυθιού ή αν θέλετε ενός μικρού έπους. Ο συνεταιρισμός Μιχαλιού και καπετάν Γιάννη (ενός παμπόνηρου εμπόρου κι ενός πολύπειρου ναυτικού) προϋποθέτει την οργάνωση μιας μικρή εκστρατείας. Ένα ναυτικό ταξίδι από ένα μικρό και μάλλον άγονο   νησί του Αιγαίου ( δεν κατονομάζεται στο βιβλίο) με προορισμό την Ανατολή και μάλιστα την εύφορη  γη της Ιωνίας που πραγματοποιείται σε χρόνο ο οποίος  αορίστως τοποθετείται  λίγο προτού ξεσπάσουν οι βαλκανικοί πόλεμοι του δώδεκα δεκατρία. Στόχος το εμπόριο και μάλιστα το λαθραίο («Κατάλαβες τώρα πως το εμπόρευμα θα ‘ναι κοντραμπάντο, δηλαδή λαθραίο»[σ. 45]) με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται.

«Το κοντραμπάντο είχε να κάνει πολύ λιγότερο με κάποιους κανόνες του εμπορίου που παραβιάζονταν και είχαν μπει για να γεμίζουν τα δημόσια ταμεία, όταν και όπου δεν τα κατάκλεβαν, και πολύ περισσότερο με την αξιοσύνη και τη λεβεντιά των κοντραμπατζήδων που τα ᾿βαζαν συχνά όχι μόνο με ζαπτιέδες και τελωνειακούς, αλλά πιο πολύ  με τους ληστοπεράτες –αυτούς που παραμόνευαν κρυμμένοι σ’ απόμερα νησόπουλα κι αυλάκια να κάνουνε ρεσάλτο και να διαγουμίσουν τα εμπορικά πλοία σπέρνοντας τον τρόμο» (σ.50)

Αξίζει να προσεχθούν οι δυο αρετές που προϋποθέτουν την επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας περιπέτειας: Η αξιοσύνη και η λεβεντιά είναι ακριβώς τα δυο βασικά συστατικά στοιχεία  από τα οποία συντίθεται η προσωπικότητα του ομηρικού Οδυσσέα. (πολύμητις, πολύτροπος, πολύτλας δῖος , ἐσθλός, πτολίπορθος).  Το ήθος του καπετάν Γιάννη αλλά και των συντρόφων του είναι πράγματι ομηρικό: με δόλο και παλικαριά αντιμετωπίζουν νικηφόρα τους βάρβαρους ληστοπειρατές. Σημειώνεται ότι οι ήρωες του Νίκου είναι οπλισμένοι όπως και οι ομηρικοί: τιμούν τα όπλα τους όπως κι εκείνοι. Τα όπλα μάλιστα είναι, όπως θα έλεγε και ο Ρίτσος, συνέχεια του χεριού τους· δεν τα αποχωρίζονται ποτέ  σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους. Όπως οι επικοί ήρωες, όπως οι κλέφτες και οι αρματολοί. Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα στο οποίο η περιγραφή του οπλισμού ανακαλεί μνήμες από λαϊκότροπες αφηγήσεις της νεότητας μας.

«Γι᾿ αυτό το ολοκαίνουργο εξάσφαιρό του, «Σμιθ εντ Γουέσον» το ‘χε χωμένο στο ζωνάρι του με τρόπο που εύκολα μπορούσε να το τραβήξει χωρίς όμως αυτό να φαντάζει ακόμα και από κοντά. Το δε ντουφέκι του, ένα «Ένφιλντ» του βρετανικού στρατού επαναληπτικό με κινητό ουραίο και δέκα φυσίγγια στο γεμιστήρα, σε άριστη κατάσταση το κρατούσε σα να πήγαινε στο κυνήγι και το’χε κάνει να μοιάζει εξωτερικά με κυνηγετική καραμπίνα. Τυλιγμένο καλά με βαμβακερό πανί είχε στο γυλιό του κι ένα δεύτερο εξάσφαιρο για δώρο στον Μετίν με μπόλικα φυσίγγια.»(σ.125-126).

 

Όπως συμβαίνει σε όλες τις επικές ή μυθικές εκστρατείες, έτσι και στο μυθιστόρημα του Νίκου μια ωραία Ελένη (χαρακτηριστικό το όνομα που δίνει στην όμορφη ξανθή κόρη που συναντά ο ήρωας καπετάν Γιάννης την ώρα που εκείνη λευκαινόταν και σιγοτραγουδούσε) σαγηνεύει τον ήρωα στα δίκτυα του έρωτά της και τον οδηγεί στην απόφαση να την πάρει μαζί του στο ταξίδι της επιστροφής αυτήν, τη μάνα και τον αδελφό της. 

Η συνάντηση των δύο νέων αιωρείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και ανάλογος παραμυθικός χαρακτήρας προσδίδεται στην αφήγηση

[.…….το πρόσωπό της έλαμπε καθώς τον κοιτούσε και το κορμί της έσφυζε από ζωή. Εκείνος πια δεν ήταν βέβαιος σε ποιο κόσμο ζούσε˙  μήπως η κόρη που είχε μπροστά του δεν ήταν παρά μια φωτεινή οπτασία που δημιούργησε το σαλεμένο του μυαλό ή ήταν η αγαλματένια θεά του έρωτα ή του κυνηγιού που είχε πάρει σάρκα και οστά  για να τον σεργιανίσει μέσα στο χρόνο στα μέρη που είχε περιγράψει τόσο ζωηρά στον συνέταιρό του Μιχαλιό ο ελληνιστής γιατρός από τα Σώκια Φαίδων Αδαμαντιάδης; Μόλις συναντήθηκαν οι ματιές τους ήξεραν πως είχαν αγαπηθεί.

«Άκουσα το τραγούδι σου και ήρθα να σε βρω» της είπε.]       

Θα έλεγα πως η εκούσια αυτή απαγωγή της Ελένης που γίνεται με άκρα μυστικότητα και υπό την απειλή της οργής του σκληρού μπέη που επίσης την διεκδικεί,  παίρνει υπόρρητα διαστάσεις συμβολικές: Ο Νίκος απάγει από την Ιωνία τη σαγηνευτική ομορφιά του μικρασιατικού πολιτισμού όπως αυτή συμπυκνώνεται στα μαγευτικά τραγούδια της Ανατολής.Είναι δε από τις πλέον ποιητικές στιγμές της αφήγησης οι έξοχες ηχητικές εικόνες στις οποίες αριστοτεχνικά  ο Νίκος ενορχηστρώνει ήχους από ταμπουρά, ούτι, κανονάκι, τουμπελέκι και νέι ακολουθώντας την παπαδιαμαντική παράδοση της γραφής υπό τη μελωδική  υπόκρουση νοσταλγικών ακουσμάτων:

«… δειλά δειλά στην αρχή και κάπως αμήχανα, ο οργανοπαίχτης του ταμπουρά ξεκίνησε μ᾿ ένα ταξίμι μήνυμα ερωτικό σε κάποια αγαπημένη που είχε αφήσει πίσω του και που δύσκολα θα την ξανάβρισκε. Το μήνυμα έφτασε στους μεγάλους καλαμιώνες του δέλτα για να ενωθεί αρμονικά με το τρυφερό θρόισμα των φύλλων τους. Το ούτι που μπήκε στη συνέχεια, αφού τόνισε με κάθε τρόπο ότι υπάρχει πλήρης ανταπόκριση στο ερωτικό κάλεσμα, άφηνε στο τέλος κάποιες αμφιβολίες για το αν ο έρωτας που έκαιγε στα σωθικά των δύο αγαπημένων θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρωθεί. Προτού συνδεθεί το κανονάκι με την ερωτική ιστορία, ένα ελαφρό κρουστό παίξιμο από το τουμπελέκι επανέφερε τους ακροατές στην πραγματική ζωή υπενθυμίζοντας πως η ζωή είναι μικρή και πρέπει να βιαστούμε. Τα τέσσερα όργανα έσμιξαν σ’ ένα μικρό αλλά μουσικά ταιριαστό μονοφωνικό σύνολο, ενώ το νέι που ακολούθησε, υπογράμμισε μελαγχολικά ότι ο έρωτας είναι βαθύς όσο και το πέλαγος, που όμως όσο και να πιείς δεν θα μπορέσεις ποτέ να σβήσεις τη δίψα σου» (σ.149-150)

Η τελετουργική αυτή διασκέδαση ολοκληρώνεται με τον αμανέ του ήρωα «μέσα σε μια γενική επιδοκιμασία ακόμα και εκείνων που δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα. «Τι να την κάνω τη ζωή κι ας είν΄ και άλλη τόση, αμάν, αμάν, αφού υπάρχει θάνατος και το κορμί θα λειώσει.»

 

Καθώς το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα διαπιστώνουμε ότι ταυτόχρονα ο Νίκος ο Μαρτίνος επιχειρεί με το βιβλίο του αυτό και μια παράλληλη πορεία συγγραφικού νόστου Πρόκειται για την αναζήτηση ενός υπήνεμου όρμου  στα ασφαλή λιμάνια της παλιάς ηθογραφίας, αυτής που συνέδεσε τη γραφή της με τη μοίρα των βασανισμένων κατοίκων του τόπου  μας. Ο Νίκος με το βιβλίο του αυτό μοιάζει σα να ακολουθεί ευλαβικά τα όσα στο «Λαμπριάτικο Ψάλτη» του διακηρύσσει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:

Τὸ π μοί, νόσ ζ κα ναπνέω κα σωφρον, δν θ παύσω πάντοτε, ν μν μετ λατρείας τν Χριστόν μου, ν περιγράφω μετ ρωτος τν φύσιν κα ν ζωγραφ μετ στοργς τ γνήσια λληνικ θη. Ἐὰν πιλάθωμαί σου, ερουσαλήμ, πιλησθείη δεξιά μου, κολληθείη γλσσά μου τ λάρυγγί μου, ἐὰν ο μή σου μνησθ.

Αυτή τη μνήμη ανακαλεί και ο Νίκος ο Μαρτίνος επιχειρώντας να αναστήσει με τη γλώσσα της λογοτεχνίας το ήθος και τις αξίες ενός κόσμου  που χάθηκε: την ντομπροσύνη, την πονηριά και τη λεβεντιά  του ενώ παράλληλα αποπειράται μετ’ έρωτος κι αυτός να περιγράψει τη σαγηνευτική φύση του ελληνικού θαλασσινού τοπίου  ενωτιζόμενος ολοένα «το αδιάκοπο ερωτικό παιχνίδι της θάλασσας με την αμμουδιά του αυλακιού».                                                                                                       

 

Ευχόμαστε με πρίμο καιρό να συνεχίσει το λογοτεχνικό του ταξίδι και «όταν τα άπειρα μικρά άσπρα κύματα με τις ιριδίζουσες σταγόνες εφορμούν μανιασμένα …πάντα να ξεθυμαίνουν πάνω στο άσπρο αυλάκι που ανοίγει στην πορεία της η Θεοσκέπαστη», το καράβι του. 

                                                                                                             Τασούλα Καραγεωργίου


Αποτελέσματα:  1 
Νέα - Εκδηλώσεις
Πολύμέσα - Videos
3 KAVALEROS
Bestsellers
01.Πολιτική από στόμα σε στόμα (9η Έκδοση)
02.Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί; (33η Έκδοση)
03.Λεξικό χωρίς γραβάτα (2η Έκδοση)
04.Στοχασμοί (4η Έκδοση)
05.Η ενοχή της χαράς (5η Έκδοση)
06.Έρωτας ή τίποτα (15η Έκδοση)
07.Να θέλεις και να ερωτεύεσαι (2η Έκδοση)
08.Πλάθοντας ευτυχισμένα παιδιά (3η Έκδοση)
09.Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια (52η Έκδοση)
10.Χορεύουμε; Η διαδρομή μιας σχέσης μέσα από μια ψυχαναλυτική ματιά (πρόλογος Ματθαίος Γιωσαφάτ)
ΜΕΣΚ1
Ipoteleia
Katalogos
PSIHIS
Αποστολή & Επιστροφές | Προσωπικά δεδομένα | Όροι χρήσης | Προσφορές | Newsletter | Site Map | Επικοινωνία
Copyright © 2017 Εκδόσεις Αρμός - Created by Batsioulas Solutions - v0.91